Η Υπόθεση
Η υπόθεση εκτυλίσσεται σε μια ιταλική επαρχία, όπου δύο αδέλφια νεκροθάφτες, ο μεγάλος αδελφός Antonio και ο μικρός Bernardo, καλούνται να τελέσουν την ταφή ενός άγνωστου νεκρού μετανάστη. Προς μεγάλη τους έκπληξη όμως, ανακαλύπτουν πως στο νεκροταφείο έχουν απομείνει μόνο δύο κενές θέσεις που πρέπει να διαφυλάξουν για τους ίδιους. Μετά, από έντονο διαπληκτισμό και διαφωνία σχετικά με την κατάληξη του σώματός του, αποφασίζεται να επιδιώξουν την ανάστασή του, προκειμένου να μη χρειαστεί να πάρουν τη δύσκολη απόφαση. Παίζουν οι Θανάσης Δήμου, στον ρόλο του Antonio, και Παναγιώτης Παναγόπουλος, στον ρόλο του Bernardo.
Η παράσταση
Ως σήμα έναρξης της παράστασης αντί για το γνωστό κουδούνι, ηχεί από τα μεγάφωνα ένα ηχογραφημένο μήνυμα, σε ερμηνεία Λαέρτη Μαλκότση, στο οποίο ακούγεται μια αντρική φωνή να διαφημίζει το γραφείο τελετών «Ταξιδιώτης» με την υπόκρουση πένθιμης μελωδίας σε εκκλησιαστικό όργανο. Το ηχητικό μήνυμα επαναλαμβάνεται πολλές φορές με τη φωνή να παραλλάσσεται σε κάθε επανάληψη, στη χροιά, στη τονικότητα, στον τρόπο έκφρασης (μίμηση προφοράς άλλων διαλέκτων), στην ένταση και στη προσωδία, κάνοντας έτσι προσιτές τις υπηρεσίες του γραφείου για κάθε πελάτη «εσείς πενθείτε, εμείς συντονίζουμε. Εσείς πενθείτε, εμείς κανονίζουμε τις λεπτομέρειες. […] Το τελευταίο σας ταξίδι με αξιοπρέπεια […] με σεβασμό σε κάθε αποχαιρετισμό. […] Το τελευταίο ταξίδι της επιστροφής».
Οι δύο νεκροθάφτες με φακούς στο κεφάλι περιφέρονται ανάμεσα στο κοινό κουβαλώντας ένα βαρύ ξύλινο φέρετρο μέσα σε απόλυτο σκοτάδι. «Εδώ βρήκε να πεθάνει;» αναρωτιούνται όσο προσπαθούν να βρουν κάποιον τρόπο να ξεφορτωθούν τη σορό του ξένου. Θα μπορούσαν να κάψουν το πτώμα ή να το κόψουν σε κομμάτια ή να το ρίξουν στη θάλασσα ή, αφού το χρώμα του είναι μαύρο, να το βάψουν άσπρο με ανεξίτηλη μπογιά, ώστε να διασφαλίσουν πως αν το μεταφέρουν σε άλλο χωριό ίσως οι ντόπιοι να είναι πιο πρόθυμοι να το θάψουν εκεί. Κανένα σενάριο δε μπορεί να τους εγγυηθεί ότι δε θα ανακαλύψει κάποιος τι έκαναν, οπότε υπάρχει μόνο μια τελευταία λύση, η ανάσταση.
Αφού καταστρώσουν το σχέδιο, ο Bernardo μεταφέρει με το ποδήλατό του όσα υλικά χρειάζονται για να το πραγματοποιήσουν. Στο τιμόνι του έχει στηθεί μια κατασκευή που μοιάζει με σταυρό τυλιγμένο με χριστουγεννιάτικη γιρλάντα και λαμπάκια και στις τρεις άκρες του έχει τοποθετηθεί από μία μικρή ιταλική σημαία. Οι δύο ήρωες είναι έτοιμοι, μετά τον μαρτυρικό θάνατο του ξένου, να τον γεννήσουν ξανά.
Η πλοκή πλαισιώνεται από δυναμικούς μονολόγους με χρήση καθαρεύουσας και αποσπάσματα από τη χριστιανική νεκρώσιμη ακολουθία, καθώς προετοιμάζεται η ταφή «ἐν τόπῳ χλοερῷ, ἐν τόπῳ ἀναψύξεως». Στη μετάφραση του κειμένου έχει διατηρηθεί το ιταλικό στοιχείο, με έντονα σατιρικό και κωμικό χαρακτήρα, ο οποίος ενισχύεται από τα φωνητικά και παραγλωσσικά στοιχεία της ερμηνείας των ηθοποιών, καθώς και από κατάλληλη μουσική υπόκρουση.
Καθ’ όλη τη διάρκεια, οι ήρωες διχάζονται και μπλέκονται στα μονοπάτια της ατομικής τους κρίσης, του αισθήματος ευθύνης απέναντι στο επάγγελμά τους, των θρησκευτικών τους αξιών. Η αγάπη προς τον συνάνθρωπο μπορεί να υπερνικήσει την αγάπη για τον εαυτό τους; Αξίες που τόσο βαθιά έχουν χαραχτεί μέσα τους και (ίσως;) τους εμποδίζουν να ξεδιπλώσουν την ωμότητα της ανθρώπινης υπόστασης και του ενστίκτου για επιβίωση που μπορεί να σε οδηγήσει να δολοφονήσεις τον σκοτωμένο, να κατακερματίσεις την ψυχή, να αντικειμενοποιήσεις την ύπαρξη μπροστά στο όφελος της δικής σου πραγματικότητας.
Μερικές φορές το να πείσουμε τους εαυτούς μας είναι αρκετό για να πειστεί και ο υπόλοιπος κόσμος, γιατί η καθαρότητα της συνείδησής μας εξαρτάται από το φίλτρο με το οποίο την παρατηρούμε. Ορισμένες φορές παίρνουν άλλοι αποφάσεις κι εμείς οφείλουμε να τις διεκπεραιώσουμε ως ατομική και συλλογική μας υποχρέωση που στο τέλος θα ονομαστεί ατομική ευθύνη και χρέος, το πρόστιμο της οποίας καλούμαστε να πληρώσουμε ατομικά. Οι κυβερνώντες διατάζουν και οι κυβερνώμενοι εκτελούν. Όμως, όπως και να καλύψουμε τις πράξεις μας, με όποιον τρόπο κι αν τις δικαιολογήσουμε, τελικά θα είμαστε υπόλογοι στον εαυτό μας και το βάρος των αποφάσεων θα μας ακολουθεί. Έτσι, θα προσπαθήσουμε να αναστήσουμε τον νεκρό, να ξυπνήσουμε τον κοιμισμένο, να αναζητήσουμε στα βαθιά σκοτάδια το άπλετο φως και να κινήσουμε γη και ουρανό, για να αλλάξουμε έναν κόσμο, ο οποίος έχει στιγματιστεί από ανεξίτηλες πατημασιές της ανθρώπινης ύπαρξης.
Τελικά ο νεκρός αναστήθηκε ή οι ηθικές αξίες υπερνικήθηκαν ως θύματα μιας άνισης, κοινωνικά, μάχης; Η παράσταση κλείνει με το ηχητικό μήνυμα «Το φινάλε που σας αξίζει» που με κάθε του επανάληψη ακούγεται πιο αλλοιωμένο, απόκρημνο, απρόσιτο, μακρινό.
