Η Ζωή Ξανθοπούλου συνεργάζεται με την ομάδα ΠΥΡ και το Θέατρο Θησείον, ΕΝΑ ΘΕΑΤΡΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΤΕΧΝΕΣ, και παρουσιάζει τον «Γλάρο» του Άντον Τσέχωφ για 9 μόνο παραστάσεις σε μια αιχμηρή, απροσδόκητη σκηνική ανάγνωση που γεφυρώνει το κλασικό δράμα με τη σύγχρονη περφόρμανς. Ένα από τα σπουδαιότερα έργα του παγκόσμιου ρεπερτορίου ανεβαίνει σε μια παράσταση-πρόκληση: τρεις ηθοποιοί και ένας μουσικός επί σκηνής αναλαμβάνουν να ζωντανέψουν ολόκληρο το τσεχωφικό σύμπαν.
Η παράσταση
Τοποθετημένοι σε ένα σκηνικό τοπίο, που θυμίζει σύγχρονο «σκουπιδότοπο», με σακούλες, καλαμάκια, γάντια, βιβλία και που έχει επιμεληθεί ο Βασίλης Αποστολάτος οι ήρωες παλεύουν με τη φθορά, την ανάγκη για αναγνώριση και την αγωνία της καλλιτεχνικής επιβίωσης. Μέσα από τη συνθήκη του «θεάτρου μέσα στο θέατρο» και με έντονα στοιχεία νεορεαλισμού, η ζωή και η υποκριτική εμπλέκονται μέχρι που γίνονται ένα.
Όλοι οι ήρωες έχουν «οφειλές» στη ζωή τους. Έχουν ανεκπλήρωτα όνειρα, καταπιεσμένες επιθυμίες, καβουρνιασμένους ορίζοντες. Μαζεύουν τα αποκαΐδια τους για να συνεχίσουν την αναγκαστική ζωή τους. Οι ισορροπίες είναι πολύ λεπτές και εξαρτώνται ο ένας από τον άλλον, ο ένας παράληλα πληγώνει θανάσιμα τον άλλον ενώ ουσιαστικά τον αγαπά. Ο Σορίν, ο αδελφός της Αρκάντινα, μένει στο πατρικό τους, έρμαιο, φτωχός και υποχρεωμένος να ζει την ύπαιθρο, που δεν μπορεί να συνηθίσει, η Νίνα καταπιεσμένη από τους γονείς της και ενώ καταλαβαίνει ότι είναι ταλαντούχα δεν ξέρει πώς να το διαχειριστεί και ενώ παίζει στο πρωτόλειο έργο του Τρέμπλιεφ, πιάνεται στο αγκίστρι του Τριγκόριν, συγγραφέας καταξιωμένος, που έχει ανάγκη την φρεσκάδα της και τη νεανική ορμή της, ενώ ο ίδιος εξαρτάται από την Αρκάντινα, που του προσφέρει σταθερότητα και αναγνωρισιμότητα. Ο Τρέμπλιεφ ζει στην σκιά της μητέρας του, μεγάλης ηθοποιού, ντίβας Αρκάντινα και υποφέρει από τη μισαλλοδοξία της και βέβαια την αυστηρή κριτική της. Η Αρκάντινα θεωρεί ότι ο γιος της γράφει αδιάφορα ένα είδος θεάτρου decadence. Έχει επιλέξει άλλον συγγραφέα για να προβάλλει και όχι το παιδί της, έτσι αυτός ζει σε ένα αδιέξοδο από το οποίο δεν μπορεί να βγει, όπως όλοι οι ήρωες του Τσέχωφ. Είναι εγκλωβισμένοι και η κίνηση απελευθέρωσης δεν οδηγεί τελικά πουθενά, παρά μόνο σε ένα άδοξο και θλιβερό τέλος. Η Αρκάντινα μοιάζει δυνατή, κρατά πάντα ένα τσιγάρο στο χέρι, η κίνηση αυτή της προσδίδει ένα κύρος, ενώ το στήσιμο του σώματός της προσδίδει μια αίσθηση μεγαλείου, που κρύβει βέβαια μια τρομερή της ανασφάλεια γι’ αυτό και είναι μαζί με τον Τριγκόριν. Ο ένας καλύπτει τα κενά του άλλου. Η Μάσα σταθερά ερωτευμένη με τον Τρέμπλιεφ, αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί να είναι μαζί του και συμβιβάζεται με έναν γάμο, που δεν θα την κάνει όμως ευτυχισμένη. Τα μαύρα ρούχα, που φορά σταθερά αντιπροσωπεύουν τη μαύρη ζωή όλων των ηρώων, το πένθιμο εκείνο περιβάλλον μέσα στο οποίο καλούνται να επιβιώσουν.
Όλες αυτές τις πτυχές των ηρώων οι τρεις ηθοποιοί της παράστασης (Δέσποινα Κούρτη, Γιώργος Παπαπαύλου, Βασίλης Ζαφειρόπουλος) μπόρεσαν να τις ερμηνεύσουν σε έναν σκουπιδότοπο, χωρίς κοστούμια και μόνο ο λόγο και η ερμηνεία ήταν αρκετά για να δημιουργήσουν εικόνες και συναισθήματα. Κάθε τόσο με διάφορες τεχνικές, «πέταγαν» έξω τον θεατή, τύπου αποστασιοποίηση και ακριβώς εκεί γινόταν το φοβερό, ο θεατής έβγαινε και εντασσόταν ξανά στο κλίμα με μεγάλη επιτυχία, γεγονός που αποδεικνύει την επιτυχία της ερμηνείας τους και της διδασκαλίας της σκηνοθέτιδας Ζωή Ξανθοπούλου. Όλα αυτά τα ενορχηστρώνει και σχολιάζει με το βιολοντσέλο του, με μεγάλη επιτυχία ο Τάσος Μισυρλής. Ερμηνεύουν και σκηνοθετούνται. Λένε για παράδειγμα ότι σε λίγο αρχίζει η παράσταση, αυθορμήτως υποτίθεται ότι ξεχνούν τα λόγια τους και ο ένας επαναφέρει τον άλλον.
Οι ρόλοι είναι διαμοιρασμένοι στους ηθοποιίες και ανακοινώνονται από την αρχή. Ο Βασίλης Ζαφειρόπουλος ερμηνεύει τον Τρέμπλιεφ, τον δάσκαλο, την Πωλίνα και τον γιατρό.
Η Δέσποινα Κούρτη ερμηνεύει τη Νίνα, την Αρκάντινα, και τη Μάσα, με τρόπο απολύτως ευδιάκριτο, έτσι που να γεμίζει την σκηνή και να αποδίδει απολύτως την ουσία του ρόλου και του κειμένου του Τσέχωφ.
Ο Γιώργος Παπαπαύλου ερμήνευσε τον Μπόρις Τριγκόριν, τον Σορίν, τον αδελφό της Αρκάντινα και τον επιστάτη. Ο Τριγκόριν και ο Σορίν είναι δυο ρόλοι ακριβώς απέναντι ο ένας στον άλλον. Η πρόκληση είναι μεγάλη και η τεχνική των ηθοποιών αξιέπαινη. Ο πρώτος είναι ένα αδίστακτος ναρκισσιστής, φιλόδοξος συγγραφέας, που ταριχεύει έναν σκοτωμένο γλάρο, ο συμβολισμός είναι καταπληκτικός, ενώ ο δεύτερος είναι απλά περιχαρακωμένος στην ύπαιθρο και περιμένει τα ψίχουλα της αδελφής του.
Ο Βασίλης Ζαφειρόπουλος ερμηνεύει υπέροχα τον Τρέμπλιεφ, με το δημιουργικό επαναστατικό όραμα αναγέννησης της τέχνης και του θεάτρου, με τον αδικαίωτο έρωτά του με τη Νίνα, με την κατεστραμμένη σχέση με τη μητέρα του, που από τη ια θέλει να την πνίξει όπως και ο θεατής, τόσο αντιπαθητική γίνεται και από την άλλη θέλει να του περιποιηθεί το τραύμα του όπως μόνο εκείνη ξέρει και μπορεί.
Τί συμβολίζει τελικά ο γλάρος; Η Νίνα λέει είμαι γλάρος. Όχι μόνο αυτή! Πόση ποίηση αντέχει η καθημερινότητα; Τί ορίζει τις ανθρώπινες σχέσεις και πώς εντέλει γεννιέται η τσεχωφική ματαιότητα; Ο Τρέμπλιεφ σκοτώνει έτσι χωρίς λόγο έναν γλάρο και τον δωρίζει στη Νίνα. Είναι μια προοικονομία. Δεν είναι ακόμη έτοιμος να σκοτώσει τον εαυτό του και συμβολικά σκοτώνει τον γλάρο υπονοώντας το δικό του τέλος, της Νίνας, της Μάσας.
Κατά διαστήματα υπάρχουν χορευτικές κινήσεις, με υπέροχους συνδυασμούς των σωμάτων που λειτουργούν ως χίλιες λέξεις. Ο Τρέμπλιεφ αγαπά τη Νίνα, όπως και το να γράφει. Και στις δυο περιπτώσεις ζει μέσα σε μια καταλυτική απόρριψη. Η Νίνα μέσα σε πανικό προφταίνει να θυσιάσει τον εαυτό της στα πόδια του Τριγκόριν, με την αναφορά κάποιων στίχων του.
Η Δέσποινα Κούρτη ως Αρκάντινα και Νίνα καλείται και εκείνη να ερμηνεύσει ρόλους σε αντιπαράθεση. Η Αρκάντινα πάντα φίλαυτη, εγωίστρια, να ζητά συνεχώς επιβεβαίωση, ενώ η Νίνα ένα ευαίσθητο πλάσμα με ανασφάλειες και φόβους , που στο τέλος όταν επιστρέφει είναι πια ο γλάρος, έχει ταλαιπωρηθεί πολύ από τια επιλογές της και την τύχη και έχει πραγματικά κουραστεί και καμφθεί ηθικά και σωματικά.
Η Αρκάντινα αγαπά τον Τρέμπλιεφ και εκείνος την αγαπά αντιστοίχως. Είναι καταπληκτική η σκηνή, που της φορά το σάλι της και με μια κίνηση το τεντώνει πίσω της, λες και θα της το πέρναγε στο λαιμό για να την στραγγαλίσει. Δεν το κάνει, αλλά με τον τρόπο του δηλώνει την δυσφορία του για αυτά τα κατακριτικά, ευνουχιστικά της λόγια.
Πολλά τα σκηνοθετικά σημεία και οι συμβολισμοί μέσα σε μια ουσιαστική απλότητα. Όσοι ηθοποιοί δεν παίζουν κάποιο ρόλο αποτραβιούνται στην άκρη περιμένοντας να έρθει η σειρά τους. Όλοι όμως παρακολουθούν το δρώμενο ενεργά, το ίδιο και οι θεατές.
Υπέροχη η μουσική του Φώτη Σιώτα, ερμηνεύτηκε εξαιρετικά από τον Τάσο Μισυρλή. Μελετημένη και καίρια η κίνηση της Μαρίζας Τσίγκα και επιτυχείς οι φωτισμοί του Βασίλη Αποστολάτου, που επιμελήθηκε τα σκηνικά, και τα κοστούμια, αυτά τα απλά ρούχα που φόραγαν οι ηθοποιοί αποβλέποντας προφανώς σε μια αποστασιοποίηση αλλά και σε μια γενίκευση του έργου καθώς και τα επιτυχή σκηνικά αντικείμενα.
Μια συγκλονιστική παράσταση που δεν πρέπει να χάσετε!
Πληροφορίες παράστασης
Δείτε το Δελτίο Τύπου, τους συντελεστές, τις ημερομηνίες και τις πληροφορίες της παράστασης.
