Είναι υπέροχο να γράφονται νέα θεατρικά κείμενα, γεγονός, που αποδεικνύει την διαρκή ανησυχία του ανθρώπου και την ανάγκη του να τη μοιραστεί με άλλους. Ένα κείμενο απογειώνεται από μια επιτυχημένη σκηνοθεσία και αυτό το είδαμε στο Πολιτιστικό «Πολύκεντρο – Ηλέκτρα Αποστόλου» στο Ηράκλειο Αττικής, με την παράσταση «Μουρμούρα αλ Φόρνο» της Μαρίας Κανελλάκη σε σκηνοθεσία της Τασιλένας Βουδούρη.
Το έργο
Μια οικογένεια με το ζευγάρι, την κόρη τους και τη μητέρα του πατέρα, Τρεις γενιές. Η Νικολίτσα, η γιαγιά, που ήρθε από την επαρχία για να βοηθήσει το ζευγάρι με την κόρη τους, τη Νικόλ. Ο Παντελής και η Βούλα, οι γονείς δούλευαν νυχθημερόν. Ο Παντελής ακόμα και τώρα δουλεύει πολύ, κάνει δυο δουλειές, ενώ η γυναίκα του, η Βούλα έχασε η δουλειά της και μετά δύσκολα βρήκε άλλη απασχόληση, καθώς οι γυναίκες δεν προτιμούνται. Η κόρη, μια σύγχρονη κοπέλα πια με τις δικές της ανησυχίες, την εξάρτησή της από το κινητό και βέβαια με την αυθάδεια της νεότητας.
Η παράσταση
Από την αρχή η σκηνοθέτης κάνει ξεκάθαρη τη θέση του καθένα. Βάζει τη Νικολίτσα να στρώνει στο τραπέζι ένα λευκό δαντελένιο τραπεζομάντηλο, που το ξεστρώνει αμέσως η Βούλα για να βάλει ένα άλλο κόκκινο. Με την κίνηση αυτή φανερώνεται ότι αυτές οι δυο πεθερά και νύφη «τρώγονται».
Η εγγονή βαφτισμένη Νικολίτσα έχει μετονομαστεί σε Νικόλ από τη Βούλα. Η γιαγιά την αποκαλεί με το όνομά της, όπως και ο Παντελής, τιμώντας τη μητέρα του, ενώ η Βούλα επιμένει Νικόλ. Η γιαγιά ανησυχεί ότι η Νικόλ θα μείνει στο ράφι έτσι που είναι κολλημένη στο κινητό της. Η Νικόλ της λέει ότι δεν ενδιαφέρεται για γάμους. « Μας τρολάρεις γιαγιά, αφού μου αρέσει η single ζωή.» Πολύ συχνά χρησιμοποιεί εκφράσεις που δεν είναι κατανοητές από τους μεγαλύτερους.
Όταν έρχεται ο Παντελής αναπολεί με τη Βούλα τα δύσκολα χρόνια που είχαν περάσει, τις στερήσεις τους, που μοιραζόντουσαν ένα μονό κρεβάτι.
Ακούστηκε θόρυβος και έγινε αναφορά στους γείτονες από επάνω. «Θα τσακώνονται πάλι», «γαυγίζει και το κωλόσκυλο». Όμως ο θόρυβος οφείλονταν στο ότι έπεσε το ρεύμα. Θυμήθηκαν ότι η γιαγιά πήγε να κοιτάξει τις μουρμούρες που η Βούλα είχε βάλει στον φούρνο, που η Βούλα της έλεγε να τις κάνουν τηγανιτές,, αλλά εκείνη επέμενε στο φούρνο για πιο υγιεινό φαγητό και έπαθε ηλεκτροπληξία σε μια παμπάλαιη, χαλασμένη κουζίνα. Η μουρμούρα για τις μουρμούρες οδήγησε τη γιαγιά σε ακαριαίο θάνατο. Τη Νικολίτσα την χρησιμοποίησαν όσο ήταν πιο νέα και δυνατή για να τους μεγαλώσει το παιδί και μετά που μεγάλωσε η ίδια και η Βούλα έμεινε χωρίς δουλειά, άρχισε η μουρμούρα, οι διαφωνίες και οι καυγάδες. Η Νικολίτσα ήταν κολλημένη στην τηλεόραση όπως η εγγονή της στο κινητό.
Μαλώνουν και μεταξύ τους η Βούλα με τον Παντελή. « Απ’ τη γρουσουζιά και τη γκρίνια σου έφυγε η μάνα μου.»
Εκεί που τσακώνονται βλακωδώς για το ποιο όνομα θα μπορούσαν να είχαν δώσει στην κόρη τους, θυμούνται ότι έχουν επέτειο την ημέρα, που πέθανε η Νικολίτσα. Ο Παντελής είχε πάρει και δακτυλίδι για τη Βούλα.
Το κείμενο περιγράφει αυτές τις σχέσεις αγαπομίσους φθοράς μέσα στην οικογένεια.
Μέσα στο κλίμα αυτό ξεσπά και η Νικόλ. Σήκωσε το ανάστημά της απέναντι σε αυτούς τους δοτικούς γονείς και επιτέλους μίλησε για τις δικές της ανάγκες. Τη μάνα της, που όταν ήταν μικρή, δεν την έβλεπε γιατί δούλευε και της έλειπε, τον πατέρα της, που τον έβλεπε πάντα ως γιο της Νικολίτσας και όχι σαν πατέρα της. «Πέθανε η γιαγιά και γεννήθηκες, ελευθερώθηκες εσύ» του λέει.
Μέσα σε όλα αυτά ο γείτονας, τη σκότωσε τη γυναίκα του. Το τραγικό συνέβη.
Είναι η ώρα , που ο ένας πρέπει να ζητήσει συγγνώμη από τον άλλον. Η Βούλα την αγαπούσε την πεθερά της, αλλά έμπαινε σε έναν πόλεμο φθοράς. Όλοι άκουγαν τους καυγάδες του ζευγαριού, αλλά κανείς δεν ζήτησε βοήθεια, κανείς δεν κάλεσε την αστυνομία και η γυναίκα αδικοχάθηκε.
Η τελευταία σκηνή φωτίζει κάπως τα πράγματα και γίνεται ένα είδος εξιλεωτικής απολογίας.
Η σκηνοθεσία είχε οπτική. Το κόκκινο χρώμα σε διάφορα σημεία του σώματος των ηθοποιών ,παρέπεμπε στο αίμα, ενώ το λευκό σε μια μεταφυσική διάσταση.
Η παράσταση είχε μια φυσική συνέχεια.
Η Βούλα (Μαλαμάτη Αλεξιάδου) είναι αυθεντική, έχει ωραία φωνή και κίνηση. Ο Παντελής (Αντώνης Ρουσσέλης), ένας πατέρας βιοπαλαιστής, που σέβεται και αγαπά και ξέρει να ζητά συγνώμη. Η Νικόλ (Βενετία Σταγκουράκη) δεν έκανε ποτέ το όνειρό της πραγματικότητα και είναι και αυτή εγκλωβισμένη σε ένα τροχό επιβίωσης, συνέπεια των επιλογών των γονιών της. Η γειτόνισσα, η Έρση (Κατερίνα Καρακώστα) έχει την εικόνα του θύματος, θύμα όχι μόνο ενός κακοποιητή άνδρα, αλλά και μιας αντίστοιχης κοινωνίας, που της υπαγόρευε τον ρόλο αυτού, που υπομένει.
Εξαιρετική η Νικολίτσα (Αμαλία Χαρικιοπούλου) με μια πολύ λεπτή κίνηση, μια διακριτική παρουσία, ενός παροπλισμένου, λόγω ηλικίας ανθρώπου, που θέλει ωστόσο να κάνει φανερή την παρουσία του.
Ωραίες ερμηνείες. Οι ηθοποιοί είναι σωστά εκπαιδευμένοι από την σκηνοθέτη Τασιλένα Βουδούρη . Σωστό στήσιμο φωνής, ωραία κίνηση, που έκαναν ξεκάθαρη την πρόθεση της συγγραφέα, που παρουσίασε την παθογένεια της ελληνικής οικογένειας και κοινωνίας.
Μια ωραία παράσταση ταλαντούχων ανθρώπων, σωστά ενορχηστρωμένων. Πολύ ενδιαφέρουσες ηχητικές επιλογές, μαζί και τα φώτα από τον Μπάμπη Γκοτσίνα.
Μακάρι να βλέπουμε τέτοιες παραστάσεις από ερασιτέχνες, που πράγματι αγαπούν το θέατρο!
