Ηθοποιός, αλλά και μουσικός και ζωγράφος, στο θέατρο, στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο, σε δραματικά σίριαλ, σε κλασικό και πρωτοποριακό θέατρο, σε σύγχρονες και σε αρχαίες σκηνές, ο Νεκτάριος – Γεώργιος Φαρμάκης αποτελεί μια ολοκληρωμένη και πολύπλευρη καλλιτεχνική προσωπικότητα που κατάφερε να υλοποιήσει τα όνειρά του.
Ο Νεκτάριος Φαρμάκης κερδίζει το ένθερμο χειροκρότημα του κοινού στο θέατρο Radar, ενσαρκώνοντας τον Όσβαλντ στην πολύ πετυχημένη παράσταση «Βρικόλακες» του Ίψεν, σε σκηνοθεσία Αναστασίας Παπαστάθη.
Οι «Βρικόλακες» είναι ένα σπουδαίο έργο της κλασικής δραματουργίας γραμμένο το 1881.
Ευχαριστούμε για τον χρόνο που διαθέτετε στο artistico.gr, ώστε να μιλήσουμε για το έργο, τον ρόλο σας και τα σχέδιά σας για το μέλλον.
– Ο ρόλος ενσαρκώνει ένα τραύμα, που περνάει μέσα στα χρόνια από γενιά σε γενιά. Μια απειλή, μια ασθένεια. Πώς το προσεγγίζετε αυτό; Βρήκατε κάποια κοινά σημεία με τον ρόλο; Πώς δουλέψατε τις αγκυλώσεις του;
Η προσέγγιση του Όσβαλντ είναι μια βουτιά σε ένα υπαρξιακό και σωματικό σκοτάδι. Το τραύμα που κουβαλάει δεν είναι απλώς μια ιατρική διάγνωση (η σύφιλη της εποχής), αλλά ένα βαθύ, μεταφυσικό «κληρονομικό αμάρτημα». Για να το προσεγγίσω, χρειάστηκε να αποσυνδέσω την ασθένεια από το στενό ιατρικό της πλαίσιο και να τη δω ως την απόλυτη φυλακή: το σώμα που επαναστατεί ενάντια στο πνεύμα και στην επιθυμία για ζωή.
Κοινά σημεία με έναν τόσο ακραίο ήρωα δεν ψάχνεις στην επιφάνεια, αλλά στον πυρήνα του: στη δίψα του για φως, για τη «χαρά της ζωής» που στερήθηκε. Όλοι έχουμε νιώσει κάποια στιγμή εγκλωβισμένοι σε καταστάσεις που δεν επιλέξαμε. Οι σωματικές και ψυχικές αγκυλώσεις του Όσβαλντ δουλεύτηκαν μέσα από μια διαδικασία αφαίρεσης. Προσπάθησα η σωματική του κατάρρευση να μην γίνει μελοδραματική, αλλά να πηγάζει οργανικά από την εσωτερική του πάλη: ένας άνθρωπος που πασχίζει να μείνει όρθιος ενώ το έδαφος κάτω από τα πόδια του υποχωρεί.
– Τα θέματα είναι πολλά. Το «οιδιπόδειο» ανάμεσα στον Όσβαλντ και την κυρία Άλβινγκ είναι εμφανές. Εκείνη έκανε τα πάντα για να διαφυλάξει τον γιο της από το κακό παράδειγμα του πατέρα του. Τον έστειλε για σπουδές στο Παρίσι, αλλά και εκεί ακόμα φάνηκε ότι εμφανίστηκαν οι έξεις του, οι νοσηρές του καταβολές. Πιστεύετε ότι δεν μπορεί κανείς να απεμπλακεί από κάτι τέτοιο;
Η τραγωδία στον Ίψεν έγκειται ακριβώς στο ότι η μοίρα μοιάζει προδιαγεγραμμένη. Η κυρία Άλβινγκ έχτισε ένα ολόκληρο οικοδόμημα από ψέματα για να τον προστατεύσει, όμως το Παρίσι, που για τον Όσβαλντ ήταν η όαση της ελευθερίας, έγινε τελικά το σκηνικό της πρώτης του κατάρρευσης.
Πιστεύω πως ο Ίψεν μας δείχνει ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να απεμπλακείς από τις «νοσηρές καταβολές» όταν αυτές πηγάζουν από το οικογενειακό και κοινωνικό ασυνείδητο. Ο Όσβαλντ κουβαλάει το DNA της παρακμής του πατέρα του. Όσο κι αν προσπάθησε να ξεφύγει γεωγραφικά ή καλλιτεχνικά, το παρελθόν τον περίμενε στη γωνία. Είναι μια σκληρή υπενθύμιση ότι δεν μπορείς να θεραπεύσεις ένα τραύμα κρύβοντάς το ή τρέχοντας μακριά του· πρέπει να το κοιτάξεις κατάματα, ακόμα κι αν αυτό σε τυφλώσει, όπως συμβαίνει στο φινάλε του έργου.

– Πώς κρίνετε την συμπεριφορά του Όσβαλντ; Πώς της μητέρας του; Πώς αυτή της κοινωνίας; Ένα κοινωφελές ίδρυμα είναι αρκετό για να κλείσουν τα στόματα; Πόση υποκρισία;
Κανέναν από τους δύο ήρωες δεν μπορώ να τον κρίνω με όρους εύκολης ηθικής. Ο Όσβαλντ είναι ένα θύμα, ένας άνθρωπος σε απόγνωση που διεκδικεί λύτρωση, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει να ζητήσει από τη μητέρα του το πιο ακραίο πράγμα: την ευθανασία. Η συμπεριφορά της Κυρίας Άλβινγκ είναι το αποτέλεσμα μιας γυναίκας που συνθλίφτηκε ανάμεσα στο μητρικό καθήκον και στα κοινωνικά «πρέπει».
Η κοινωνία, από την άλλη, είναι ο μεγάλος ένοχος. Το κοινωφελές ίδρυμα που χτίζεται στη μνήμη του αμαρτωλού πατέρα είναι το απόλυτο μνημείο αυτής της υποκρισίας. Είναι το «πλυντήριο» της κοινωνικής ντροπής. Χτίζουμε ιδρύματα, υψώνουμε τοίχους και εξαγοράζουμε την καλή μας φήμη, απλώς και μόνο για να μην κοιτάξουμε τη σαπίλα που υπάρχει μέσα στα σπίτια μας. Η υποκρισία στους «Βρικόλακες» είναι το οξυγόνο που αναπνέουν οι ήρωες· χωρίς αυτό, το σύστημά τους καταρρέει.
– Θεωρείτε ότι οι «Βρικόλακες» είναι ένα σύγχρονο έργο ή μάλλον διαχρονικό;
Είναι αναμφίβολα διαχρονικό, και γι’ αυτό ακριβώς παραμένει συγκλονιστικά σύγχρονο. Οι «Βρικόλακες» δεν είναι τα φαντάσματα των παραμυθιών, αλλά οι νεκρές ιδέες, οι ξεπερασμένες προκαταλήψεις και οι θρησκευτικές ή κοινωνικές αγκυλώσεις που συνεχίζουμε να κουβαλάμε από γενιά σε γενιά. Κάθε φορά που μια κοινωνία επιλέγει τη σιωπή αντί για την αλήθεια, κάθε φορά που ένας γονέας πνίγει την προσωπικότητα του παιδιού του για να «μην μιλήσει ο κόσμος», ο Ίψεν είναι εκεί και μας δείχνει τον καθρέφτη μας.
– Ο πάστορας Μάντερς τί ακριβώς αντιπροσωπεύει στο έργο; Από την αρχή κρίνει αρνητικά την κυρία Άλβινγκ και ήταν πάντα αντίθετος με το να πάει ο Όσβαλντ στο Παρίσι, σε μια πολυπολιτισμική δηλαδή κοινωνία, που αποδέχονται πιο ευέλικτα το Διαφορετικό. Δεν αποδέχεται τα διαβάσματα της Άλβινγκ ούτε τις συνήθειες του γιου της. Βλέπετε οι σύγχρονες κοινωνίες να ρέπουν προς έναν τυφλό συντηρητισμό;
Ο Πάστορας Μάντερς είναι η προσωποποίηση του θεσμικού σκοταδισμού και του κοινωνικού ελέγχου. Δεν τον ενδιαφέρει η ουσία της πίστης ή της αγάπης, αλλά η διατήρηση της βιτρίνας. Το Παρίσι γι’ αυτόν είναι η «ακολασία» επειδή ακριβώς προσφέρει ελευθερία σκέψης, αποδοχή του διαφορετικού και καλλιτεχνική δημιουργία – πράγματα που τρομάζουν κάθε συντηρητικό κατεστημένο.
Δυστυχώς, ναι, βλέπω ότι και η σύγχρονη κοινωνία ρέπει επικίνδυνα προς έναν νέο, τυφλό συντηρητισμό. Μετά από περιόδους μεγάλης κρίσης, οι άνθρωποι συχνά επιστρέφουν φοβικοί σε «παλιές ασφάλειες», γίνονται δογματικοί και δείχνουν μηδενική ανοχή στο διαφορετικό. Ο Μάντερς δεν πέθανε ποτέ· υπάρχει γύρω μας, στις ρητορικές μίσους, στην ακύρωση της ελεύθερης σκέψης και στον φόβο απέναντι σε καθετί που ξεφύγει από την «κανονικότητα».

– Πόσο βάλλεται ο έρωτας από τα νοσήματα, σύφιλη εδώ ή άλλα στην εποχή μας, αλλά κυρίως πόσο βάλλεται από τις νοσηρές νοοτροπίες; Όλα τα πρόσωπα του έργου έχουν διανύσει το δικό τους προσωπικό αδιέξοδο, η κυρία Άλβιλγκ, ο πάστορας Μάντερς, ο Όσβαλντ, η Ρεγγίνα, ο πατέρας της ακόμα, ο πατέρας του Όσβαλντ. Πού το τοποθετείτε αυτό;
Ο έρωτας και η επιθυμία στο έργο βάλλονται θανάσιμα. Η σύφιλη είναι απλώς το σύμπτωμα. Το πραγματικό νόσημα είναι ο φόβος του έρωτα, η ενοχοποίηση της σάρκας και της χαράς. Ο πατέρας του Όσβαλντ οδηγήθηκε στην κραιπάλη επειδή η κοινωνία του δεν του επέτρεψε να διοχετεύσει δημιουργικά και ελεύθερα το πάθος του για ζωή.
Όλοι οι ήρωες ζουν σε ένα απόλυτο υπαρξιακό αδιέξοδο. Είναι εγκλωβισμένοι σε ρόλους που τους επιβλήθηκαν. Η Ρεγγίνα στην κοινωνική της τάξη, ο Μάντερς στο θρησκευτικό του σχήμα, η Άλβινγκ στο μαρτύριό της. Τοποθετώ αυτό το αδιέξοδο στην έλλειψη αυθεντικότητας. Όταν ζεις μια ζωή που ανήκει στις προσδοκίες των άλλων και όχι σε σένα, το μόνο σίγουρο φινάλε είναι η πνευματική ή η σωματική καταστροφή.
– Ποια τα σχέδιά σας για τη θεατρική σαιζόν;
Η φετινή σεζόν είναι γεμάτη δημιουργικότητα και μεγάλες προκλήσεις. Πρώτος σταθμός είναι η ολοκλήρωση του σπουδαίου κύκλου με τους «Βρικόλακες» στο Θέατρο Radar, μια παράσταση που δικαιώθηκε από την αγάπη του κόσμου για τρίτη συνεχόμενη χρονιά.
Αμέσως μετά τα Χριστούγεννα, όμως, μπαίνω σε πρόβες για ένα εξίσου σπουδαίο και απαιτητικό εγχείρημα. Πρόκειται για το έργο του Πίτερ Σάφερ «Άσκηση πέντε δακτύλων», το οποίο θα παρουσιαστεί στο Radar σε σκηνοθεσία της Αναστασίας Παπαστάθη. Είναι μια δουλειά για την οποία είμαστε όλοι πολύ περήφανοι, καθώς η πρόταση του καλλιτεχνικού μας φορέα, της Εταιρείας Θεάτρου «Φούγκα», αξιολογήθηκε θετικά και έλαβε την επίσημη επιχορήγηση του Υπουργείου Πολιτισμού στο πλαίσιο του προγράμματος «Δημιουργική Ελλάδα 2026». Αυτή η θεσμική αναγνώριση αποτελεί μεγάλη δικαίωση, αλλά και ευθύνη για εμάς. Το έργο είναι μια γροθιά στις οικογενειακές ψευδαισθήσεις και τις κοινωνικές νόρμες, και ανυπομονώ να ξεκινήσουμε αυτό το νέο θεατρικό ταξίδι.
– Θα σας ενδιέφερε μια συνεργασία για φιλμ ή για σειρά τηλεοπτική;
Φυσικά και θα με ενδιέφερε. Ο κινηματογράφος και η τηλεόραση (ειδικά με την εξαιρετική άνθιση που γνωρίζει η μυθοπλασία τα τελευταία χρόνια) προσφέρουν μια εντελώς διαφορετική υποκριτική γλώσσα, πιο εσωτερική, που βασίζεται στη λεπτομέρεια του φακού. Η κάμερα απαιτεί μια αλήθεια που με γοητεύει πολύ. Θα επεδίωκα με μεγάλη χαρά μια συνεργασία σε ένα κινηματογραφικό project ή σε μια προσεγμένη τηλεοπτική σειρά, αρκεί να υπάρχει ένα δυνατό σενάριο και ένας ρόλος που να με προκαλεί να ανακαλύψω νέες πτυχές μου.
Το Artistico. gr και εγώ σας ευχαριστούμε για τον χρόνο σας και ευχόμαστε να σας ξαναπολαύσουμε και φέτος σε αυτόν και σε άλλους ρόλους.

Λίγα λόγια για τον Νεκτάριο – Γεώργιο Φαρμάκη
Ο Νεκτάριος Φαρμάκης γεννήθηκε στον Καναδά και μεγάλωσε στα Φιλιατρά. Είναι απόφοιτος της Σχολής Δραματικής «Ίασμος» του Βασίλη Διαμαντόπουλου, ενώ παρακολούθησε πολλά μαθήματα και σεμινάρια στην υποκριτική, τη φωνητική, το χορό και τη μουσική. Έχει συνεργαστεί, μεταξύ άλλων, με τους Δημήτρη Μαυρίκιο, Ρούλα Πατεράκη, Σταμάτη Φασουλή, Γιάννη Κακλέα, Νίκο Καραγιώργο, Κοραή Δαμάτη, Κάρμεν Ρουγγέρη και Μανούσο Μανουσάκη.
Ξεχωρίζουν οι δουλειές του στο θέατρο «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» του Πιραντέλο στο Εθνικό Θέατρο, μαζί με την επίσης Μεσσήνια Γιούλικα Σκαφιδά, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Μαυρικίου, «Το μανιφέστο του πολέμου», βασισμένο στο έργο του Θουκυδίδη στο Μικρό Θέατρο της Επιδαύρου (σκηνοθεσία Ρούλα Πατεράκη), «Φιλουμένα Μαρτουράνο» του Εντουάρντο ντε Φιλίππο (σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή), ενώ τα τελευταία χρόνια έπαιξε σε «Ψευδαισθήσεις» (Θέατρο Ελέρ), «Εμπόριο» (Radar) και τώρα στους «Βρικόλακες» του Ίψεν (σκηνοθεσία Αναστασία Παπαστάθη).
Το 2013 συμμετείχε στο διεθνές θεατρικό πρότζεκτ «AncientPathos» στο Φεστιβάλ της Βερόνας. Στην τηλεόραση τον έχουμε δει, ανάμεσα σε άλλα, στις σειρές Singles (2004) και “Κρίσιμες στιγμές» στην ΕΡΤ (2021) σε σκηνοθεσία Μανούσου Μανουσάκη (βασισμένο στο διήγημα της Γαλάτειας Καζαντζάκη). Στον κινηματογράφο έχει εμφανιστεί στις ταινίες «Αιώνιος Φοιτητής» & Ελ Γκρέκο (2007).
