Η παράσταση ” ΔΙΟΓΕΝΗΣ Άνθρωπον Ζητώ ” παρουσιάστηκε στον Σύλλογο Βρισαγωτών στην Αθήνα το Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2026 στις 8.30μμ.
Το υπέροχο κείμενο του Θανάση Σκρουμπέλου είναι μια ουσιαστική ανασκαφή στο έργο και την προσωπικότητα του Διογένη και τη διαχρονική αγωνιώδη προσπάθειά του να βρει αληθινούς ανθρώπους και όχι θηρία ντυμένα με ρούχα.
Είναι ένα διαχρονικό ερώτημα, που μας ακολουθεί μέσα στους αιώνες, πού βρίσκονται οι αληθινοί άνθρωποι. Στις μέρες μας μέσα στην πολυκοσμία ο άνθρωπος βιώνει την απόλυτη μοναξιά.
Η παράσταση
Ο Διογένης , ο πόντιος απ’ τη Σινώπη, είχε ένα πιθάρι για σπίτι. Το κύλαγε και το πήγαινε, όπου ήθελε, και μετά έμπαινε μέσα, εκεί έμενε.
«Εγώ δεν ήθελα ότι είχα πεθάνει. Μα το ξέραν οι άλλοι. Το λέγαν στα σπίτια τους, στο στάδιο, στους ναούς, στο γυμναστήριο, στην παλαίστρα. Δόντια σκύλου είχαν τα αστεία μου. Κοφτερά! Τους τσιγκλούσαν εκεί στο μυαλό.»[…] « Εγώ ήθελα η ζωή να ‘ ναι απλή σαν τη φύση. […] Να χαίρομαι τον ήλιο τις κρύες μέρες του Χειμώνα.»
Κάποια φορά ο ορίζοντας σκοτείνιασε γιατί στάθηκε μπροστά του ο Αλέξανδρος, ο βασιλιάς, ο Μακεδόνας! Τον ρώτησε ο Αλέξανδρος αν είναι ο Διογένης. Εκείνος καμώθηκε πως δεν τον γνώρισε. Όλοι πλησίαζαν τον Αλέξανδρο για ρουσφέτια, έτσι και εκείνος ρωτά τον Διογένη τί θα ήθελε να κάνει για αυτόν και ο φιλόσοφος του είπε μόνο να κάνει πιο πέρα γιατί του κρύβει τον ήλιο. Ρώτησε τον φιλόσοφο «τί είναι ο άνθρωπος φύση ή πνεύμα ή και τα δυο μαζί;» Του απάντησε τότε εκείνος ότι «Θεός επί γης ο άνθρωπος, αν η Αρετή είναι ο οδηγός του.» Μόνο που ο άνθρωπος πρέπει να ακούει το καλό που βρίσκεται μέσα του. Τη φωνή του καλού όμως την καλύπτει πολλές φορές, μια άλλη δυνατή φωνή, αυτή της απληστίας. Όμως ο Διογένης είναι εδώ για να τους «δαγκώνει», να τους συνεφέρνει, όλους αυτούς που παραπαίουν, όλους αυτούς, που παρεκκλίνουν ηθικά, θεσμικά, πολιτικά. Ο Διογένης γύρισε τον κόσμο και ακόμα με το φανάρι του επιστρέφει και αναφωνεί « Άνθρωπο ζητώ και δεν βρίσκω.» Στην Κόρινθο ακριβώς επειδή γνωριζόταν στενά με τον Αλέξανδρο τον πλεύριζαν πολλοί για ρουσφέτια. Τον κάλεσε στο σπίτι του ο Αργυριάδης, ο ρουσφετάκιας, ο άπληστος, ο χοιροτρόφος, ο χοιροσφάχτης και κρεοπώλης. Του απάντησε ο Διογένης «Μα έχεις τόσα γουρούνια τί με θες εμένα;» Όμως πήγε παρ’όλα αυτά γιατί είχε τόσα γουρούνια, που υπερέβαιναν τις ανάγκες του πληθυσμού. Όχι μόνο ρύπαινε το περιβάλλον, αλλά κινδύνευαν τα γουρούνια να φάνε τους ελάχιστους ανθρώπους, που είχαν απομείνει στην Κόρινθο, γιατί οι υπόλοιποι ήταν βόδια, χελώνες, τσακάλια ντυμένοι άνθρωποι. Τον έπεισε να στείλει τα γουρούνια του στον Αλέξανδρο, αλλά του είπε ότι δήθεν ο Αλέξανδρος ζήτησε καλύτερα να τα πάει ο ίδιος, ο Αργυριάδης. Έπεσαν όμως σε κυκλώνα και πνίγηκαν όλοι και έτσι «καθάρισε» η πόλη και τη γλίτωσε και ο Διογένης. Κυνόδοντας ο Λόγος του. Ο Σείκιλος κληρονόμησε από τον πατέρα του μια μεγάλη περιουσία, όμως κανείς δεν ενδιαφερόταν να εργαστεί στη γη. Ζήτησε τότε εκείνος την συμβουλή του Διογένη, που του πρότεινε να πάρει σιτάρι και χρυσάφι και να τα σπείρει σε ένα χωράφι, που θα κάνει δώρο στην πόλη. Στο μισό χωράφι έσπειρε το σιτάρι και στο άλλο μισό το χρυσάφι. Στο ένα μισό το σιτάρι φύτρωσε και θα πρασίνισε, ενώ από το άλλο μισό πήγαιναν κάποιοι και ξέθαβαν τα κομμάτια χρυσού, έτσι αυτό παρέμενε ξερό. Οι κλέφτες του χρυσού ξόδεψαν το χρυσάφι, γιατί «όταν το βρίσκεις εύκολα, εύκολα το χάνεις και γυρνούσαν επαίτες, πένητες μαχαιροβγάλτες στην πόλη». Ο Σείκιλος κατάλαβε ότι έπρεπε να αφήσει τη γη του σε αυτούς, που την τίμησαν και ο Διογένης του είπε ότι «πάντων φταίχτης, ο ανόητος κι άπληστος άνθρωπος.» Ο Σείκιλος για να τον ευχαριστήσει του έστειλε τραγούδι που είχε γράψει για τη συγχωρεμένη τη γυναίκα του την Ευτέρπη, που ταίριαζε πολύ στον Διογένη και το τραγούδησε και εκείνος στη δική του Γλυκέρα. «Το μοναδικό ολοκληρωμένο τραγούδι, στίχοι και σημεία της μουσικής του που’ χει σωθεί σε ολόκληρο τον κόσμο από τότε.» Οι στίχοι έχουν ως εξής «Κοίτα να χαίρεσαι, όσο ζεις, γιατί μικρή είναι η ζωή κι ο χρόνος γρήγορα τελειώνει.» Κουβαλούσε πάντα τη μουσική πάνω στην μουσική πέτρα που του έστειλε ο Σείκιλος. Το τραγούδι κράτησε όσο ένα τραγούδι. Και αυτός ένας τραγουδιστής ήταν. Στίχους ήθελε να γράφει και όχι ντουφέκι να σκοτώνει…
Στην Κόρινθο είδε έναν Γερμανό στρατιώτη να φωτογραφίζει με σεβασμό τα αρχαία ακούγοντας Σούμπερτ. Τον συνεπήρε η φωνή του Γερμανού, που τραγουδούσε για την ψυχή του, αν και η στολή του τον έκανε θάνατο να μοιάζει. Ο Γερμανός του έδωσε μια επιστολή να δώσει στη γυναίκα του. Ήταν και αυτός ο Γερμανός, ένα παιδί που του είχαν φορτώσει το μυαλό του με μίσος. Μπορεί να μην γύριζε πίσω στο σπίτι του.
Ο Διογένης διαρκώς με το λυχνάρι του απελπισμένα αναζητεί τον άνθρωπο. Πόλεμοι διαρκώς, προβολές στο σκηνικό με βαρβαρότητες, θάνατο και απανθρωπιά, σταθερή δυστυχία μέσα στους αιώνες. Απληστία, επικράτηση του κακού, θάνατος παντού. Ο Μεγάλος πόλεμος είχε αποτέλεσμα πολλούς νεκρούς, ερειπωμένες πόλεις. Από τη μια ο Σέλλεϋ και ο Βύρωνας με τα πόδια τους ακόμα στο Μεσολόγγι τον ρώτησαν αν βρήκε ανθρώπους. Εκείνος είπε ότι ακόμα ψάχνει με το φανάρι του. Κι όμως ο Σέλλεϋ και ο Βύρωνας τον καθησύχασαν ότι υπάρχουν άνθρωποι και τραγουδούν ακόμα τους στίχους τους, ακόμα και εκείνον τον αναφέρουν. «Εσύ δεν τους βλέπεις Σκυλόσοφε». Ξενιτεύτηκε και αυτός και καταλαβαίνει ότι «κανένας δεν αφήνει την πατρίδα του, κανένας δεν θέλει να φύγει από την πατρίδα του, εκτός αν η πατρίδα του είναι ένα ανοιχτό στόμα καρχαρία.»
Καθώς τα λέει αυτά η θάλασσα ξεβράζει πτώματα ανθρώπων, παιδιών γυναικών, ανδρών. Όσοι επιβίωσαν δεν είναι πουθενά καλοδεχούμενοι. «Κάνατε λίμπα τη χώρα σας και τώρα θέλετε να κάνετε και τη δική μας.» Συστήθηκε με τον Ντύλαν Τόμας, τους στίχους του έλεγε μπροστά στη θάλασσα, που ξέβραζε πτώματα και άρχισαν μαζί οι πνιγμένοι και εκείνος να λένε τους στίχους του.
«Εγώ ο Διογένης απ’ τη Σινώπη που έζησα στην Κόρινθο, ο φίλος του Αλέξανδρου, Σκυλόσοφος, που Σκύλο με είπε ο Αριστοτέλης, σας το λέω: Οι ηττημένοι του σήμερα θα είμαστε οι νικητές του αύριο.»
Όσοι κυνηγούν το χρήμα, οι φονιάδες, οι ψεύτες, οι δημαγωγοί, οι έμποροι του πολέμου, που έσπειραν τον θάνατο, θα χαθούν μέσα στο πέρασμα της ζωής και ό,τι μάζεψαν θα το δώσουν στον βαρκάρη του Άδη, μα εμείς είμαστε στίχοι, τραγούδι, αν και θέλαν στη γη να μας χώσουν , ξέχασαν πως είμαστε σπόροι…
Το πιο αισιόδοξο τέλος για όλους τους κατατρεγμένους της ζωής, όσους αντιμετώπισαν δυσκολίες και είδαν να πεθαίνουν οι δικοί τους, να καίγονται οι πατρίδες τους, να χάνουν τις ελπίδες τους.
«Γιατί κι αν οι καπνοί κι οι σφαίρες γίναν πιο πολλές από τους στίχους, η ποίηση δεν χάθηκε. Ποιητικά κατοικεί ο Άνθρωπος σε αυτήν τη γη.»
Χαίρει δε το σπουδαίο αυτό κείμενο μιας εξαιρετικής ερμηνείας από τον Θοδωρή Προκοπίου, που δεν ερμηνεύει απλώς έναν ρόλο, γίνεται ο ρόλος. Φορά ένα λιτό κοστούμι και με ελάχιστα σκηνικά , που επιμελήθηκε η Ματίνα Γέωργα βλέπουμε επί σκηνής ένα υπερβατικό άτομο να ενσαρκώνει τον απεγνωσμένο φιλόσοφο Διογένη.Το βλέμμα του, οι απορίες του, η αυστηρότητά του, η απελπισία του συναντιέται με εκείνη του συγγραφέα Θανάση Σκρουμπέλου, που βάζει αυτόν τον μεγάλο διανοητή να ψάχνει ανικανοποίητος να συναντήσει τους ανθρώπους. Η κίνησή του πλαστική, ήπια, ήρεμη σταθερή, μαζί και το τύμπανό του για να κρατά ρυθμό στην περιήγησή του, στην ανασκαφή της ανθρώπινης ψυχής, μαζί με τη μουσική του Γιώργου Βαρσαμάκη.
Η ουσιαστική σκηνοθεσία του Νίκου Γκεσούλη ανέδειξε τις δυνατότητες ενός μεγάλου ηθοποιού και το ευαίσθητο κείμενο, ενός συγγραφέα, που φέρνει τον Διογένη να αναζητά τον άνθρωπο μέσα στην άγρια επικαιρότητα. Μέσα εκεί στη σύγχρονη αλλά και διαχρονική βιαιότητα βρίσκει μια ικμάδα φωτός, που καταθέτει επί σκηνής. Η ποίηση, η τέχνη, το θέατρο θα σώσει τον άνθρωπο.
Μην χάσετε την παράσταση αυτή!
